Μπαίνει στο αυτοκίνητο συντετριμμένη. Δεν μιλάει. Δεν βγάζει άχνα σε όλη τη διαδρομή μέχρι τον «τρελογιατρό» της. Την περιμένω έξω από τη μονοκατοικία-βίλα στο Νέο Ψυχικό. Εκείνη, ξαπλωμένη στο ντιβάνι του. Λαβύρινθος, άγνοια, ακατανοησία και ο μίτος της Αριάδνης κουβάρι στα πόδια της. Είναι βαθιά ερωτευμένη, λέει. Τόσο βαθιά που η υπόλοιπη ζωή της φαντάζει απελπιστικά ρηχή. Τόσο ρηχή που ο έρωτας δεν θυμίζει τίποτα από χάδι, παρά ένα βαθύ, ανεπούλωτο γδάρσιμο. Την καταλαβαίνω, πέρα από τον ίλιγγο που μου προκαλούσε η απόπειρα ξάπλας στο ντιβάνι του «τρελογιατρού».
Το πόρισμά μου, αμετάκλητο: «Τι να μου πει τώρα αυτός για την ζωή μου; Ο έρωτας έτσι είναι. Αδυσώπητα σκληρός. Και ανεκπλήρωτος. Όλεθρος, καταστροφή, ματωμένα βράδια, μεθυσμένα πρωινά και βαρετά απομεσήμερα τίγκα στο καψουροτράγουδο…». Και απέναντί μου ο άμοιρος ο «τρελογιατρός» να προσπαθεί να καταπραΰνει τον πόνο μου: «Εάν ο πατέρας σας δεν σας είχε μιλήσει έτσι στα 5 σας, η μητέρα σας δεν σας είχε πιέσει στα 10 σας και ο προπάππος σας δεν είχε εγκαταλείψει την προγιαγιά σας στα 15 της, τότε η ζωή σας και η ματιά σας απέναντι στον έρωτα θα ήταν αλλιώς».
Μπαρμπούτσαλα και τζάμπα πεντοχίλιαρα. Ίδια και απαράλλαχτη θα ήταν η ζωή μου, ίδιος και απαράλλαχτος κι ο στραβισμός μου απέναντι στον έρωτα. Ή μάλλον σε αυτό που έχουμε μάθει να αποκαλούμε έρωτα. Όχι, φιλενάδα. Ο έρωτας δεν είναι καταδίκη ούτε απωθημένο ούτε εμμονή ούτε κόλλημα. Είναι ελεύθερος από αυτοκαταστροφές και βαθιά αλλεργικός σε αυτοκτονικούς ιδεασμούς. Κι αν κάτι από αυτά μας τον θυμίζει, τότε δεν υπήρξε ποτέ. Τότε δεν ήταν τίποτε παραπάνω από έναν υπέρμετρα εγωιστικά θιγμένο εγωισμό.
Ερωτευμένη υπήρξα με τους άντρες που πέρασα καλά. Και εσύ το ίδιο, όσο και αν το αρνείσαι από μια ακατάληπτη εμμονή να ονομάζεις έρωτα την κάθε είδους κλοτσοπατινάδα. Δεν μπορείς να είσαι ερωτευμένη με κάτι που δεν έζησες, όπως ακριβώς δεν μπορείς να κόβεις φλέβα για κάτι που δεν την έκανε να χτυπήσει σαν τρελή. Αν δεν το πάρεις χαμπάρι, σε όσα «ντιβάνια» και αν ξαπλώσεις, μια ζωή «άρρωστη» θα σηκώνεσαι. Τη βλέπω να κατηφορίζει τα σκαλοπάτια του «τρελογιατρού» της. Αισθάνεται καλύτερα, λέει. «Παυσίπονη ανακούφιση», της απαντώ. Η κατά φαντασίαν ερωτευμένη φίλη μου έχει ακόμη πολύ δρόμο να διανύσει μέχρι να καταφέρει να ξεκολλήσει από τον μύθο πως έρωτας σημαίνει συμφορά. Και μέχρι να ελευθερωθεί από την τραγική παγίδα που κάνει όλες μας να τρώμε αμέτρητες φόλες έως ότου καταλήξουμε στο γαλλικό ακριβό τυρί.
«Εγώ, φίλε, δύο κριτήρια έχω, να καταλάβω εάν είμαι στ’ αλήθεια ερωτευμένη: το τσιμπούκι και το γέλιο. Όταν είμαι ερωτευμένη, μου βγαίνουν και τα δύο καλά. Αλλιώς δεν τα καταφέρνω. Πνίγομαι. Και με τα δύο…» της λέω. Αποστηθισμένα λόγια σοφίας της μεγάλης Μαλβίνας. Εκείνη γελάει! Τουλάχιστον, μπορεί να γελάει ξανά.
No comments:
Post a Comment